David Chour: Μακροπρόθεσμη επενδυτική δέσμευση με τα ΕΑΣ στο Λαύριο
Έτοιμη για την επόμενη μέρα της σύστασής της είναι η κοινοπραξία Ελληνικά Πυρομαχικά ΑΕ, στην οποία τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) διαθέτουν το 51% και ο τσέχικος Όμιλος Czechoslovak Group (CSG) το 49%, μέσω της θυγατρικής του MSM Greece.
Όπως τονίζει στη «Ν» ο David Chour, COO και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου CSG «300 άτομα ανθρώπινο δυναμικό αναμένεται να διαθέτει μέχρι το τέλος του έτους η Ελληνικά Πυρομαχικά ΑΕ στις εγκαταστάσεις του Λαυρίου, που έχει σχεδιαστεί ως ένα πολυετές πρόγραμμα βιομηχανικής επανεκκίνησης και επέκτασης με επίκεντρο τις εγκαταστάσεις της περιοχής. Ο βασικός στόχος είναι η σταδιακή αποκατάσταση της παραγωγής πυρομαχικών μεγάλου διαμετρήματος στην Ελλάδα, μετά από χρόνια υπολειτουργία των υφιστάμενων υποδομών. Αυτό περιλαμβάνει σημαντικές επενδύσεις – 50 εκατομμύρια ευρώ από τον Όμιλο CSG και 33 εκατομμύρια ευρώ από το πρόγραμμα ASAP Act Support Ammunition Program. Ένα ιδιαίτερα στρατηγικό στοιχείο του σχεδίου είναι η επαναφορά της παραγωγής εκρηκτικών και TNT στο Λαύριο, αντιμετωπίζοντας ένα από τα πιο κρίσιμα εμπόδια που αντιμετωπίζει σήμερα η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία».
Σύμφωνα με τον κ. Chour, «η επένδυση υπερβαίνει μια στενή γραμμή παραγωγής και περιλαμβάνει την ανάπτυξη ενδιάμεσων προϊόντων και υποστηρικτικών διαδικασιών, με στόχο τη δημιουργία μιας ανθεκτικής και κάθετα ολοκληρωμένης υποδομής εντός της Ευρώπης. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της συνεργασίας είναι η οικοδόμηση μιας βιώσιμης και ανταγωνιστικής αμυντικής-βιομηχανικής πλατφόρμας στην Ελλάδα που θα συμβάλλει ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή ασφάλεια εφοδιασμού, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας ως ενεργού παράγοντα στις συλλογικές ευρωπαϊκές αμυντικές προσπάθειες και όχι ως παράγοντα που βασίζεται αποκλειστικά στη ζήτηση».
ΕΑΣ, CSG και πανευρωπαϊκή στρατηγική
Για τον τσεχοσλοβακικό Όμιλο η συνεργασία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πανευρωπαϊκής στρατηγικής. Το έργο του Λαυρίου ενισχύει το πολυεθνικό παραγωγικό αποτύπωμα του Ομίλου CSG και τον ρόλο του ως προμηθευτή στα ευρωπαϊκά και ΝΑΤΟϊκά αμυντικά οικοσυστήματα. Συνεπώς, η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να θεωρείται στενά ως διμερής πρωτοβουλία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού βιομηχανικού δικτύου.
Ο Όμιλος CSG εισήχθη πρόσφατα στο Χρηματιστήριο του Άμστερνταμ και άντλησε σημαντικά κεφάλαια. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα — και ιδιαίτερα τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) — αποτελεί σαφώς μέρος της στρατηγικής προοπτικής της CSG. Η ίδρυση της κοινοπραξίας στο Λαύριο, συνοδευόμενη από μια μακροπρόθεσμη επενδυτική δέσμευση και έναν επιχειρησιακό ορίζοντα δεκαετιών, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή δέσμευση. Αντίθετα, αντικατοπτρίζει μια σκόπιμη απόφαση να αντιμετωπιστούν τα ΕΑΣ και το Λαύριο ως στρατηγική βιομηχανική πλατφόρμα, υπό την προϋπόθεση ότι η συνεργασία βασίζεται σε ένα διαφανές πλαίσιο διοίκησης και λήψης αποφάσεων, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και κοινή δέσμευση για ανταγωνιστικότητα και παραγωγή προσανατολισμένη στις εξαγωγές.
Προοπτικές
Ο COO του CSG Group τονίζει πως υπάρχει σαφής δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης της αμυντικής-βιομηχανικής συνεργασίας. Ωστόσο, μια τέτοια επέκταση δεν θα πρέπει να εξετάζεται υπό στενό διμερές πρίσμα. Επίσης μια τέτοια επέκταση εξαρτάται από συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτές περιλαμβάνουν σταθερό και προβλέψιμο σχεδιασμό προμηθειών, κανονιστική σαφήνεια και την ικανότητα ευθυγράμμισης των εθνικών έργων με ευρωπαϊκά μέσα που υποστηρίζουν την κοινή παραγωγή και χρηματοδότηση. Το ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον λόγω της γεωπολιτικής του θέσης, του εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου και της υπάρχουσας βιομηχανικής βάσης, αλλά η προτίμηση του Ομίλου CSG ήταν να συμμετέχει μέσω κοινοπραξιών και μακροπρόθεσμων επιχειρησιακών πλαισίων που επιτρέπουν τον σταδιακό εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση των ικανοτήτων. Οποιεσδήποτε μελλοντικές εξαγορές στην Ελλάδα θα αξιολογούνται αυστηρά με βάση βιομηχανικά και στρατηγικά κριτήρια, συμπεριλαμβανομένου του εξαγωγικού δυναμικού, της τεχνολογικής συνάφειας, του διαφανούς τρόπου διοίκησης και της ευθυγράμμισης με τις ευρωπαϊκές αμυντικές προτεραιότητες.
ReArm Europe, SAFE και επιχειρησιακές ανάγκες
Υπό τις τρέχουσες συνθήκες όσον αφορά την εφαρμογή της πρωτοβουλίας ReArm Europe και του μηχανισμού SAFE ο David Chour τονίζει πως η πρωτοβουλία ReArm Europe και ο μηχανισμός SAFE αντιπροσωπεύουν μια ουσιαστική μετατόπιση στην προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην άμυνα, η οποία κινείται από πολιτικές δηλώσεις σε συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά εργαλεία που μπορούν να υποστηρίξουν τη βιομηχανική ικανότητα. Ωστόσο, η επιτυχία αυτών των πρωτοβουλιών θα εξαρτηθεί τελικά από την εκτέλεση. Για τη βιομηχανία, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το κατά πόσον τέτοιοι μηχανισμοί μεταφράζονται σε τραπεζικά, μακροπρόθεσμα συμβόλαια που δικαιολογούν σημαντικές κεφαλαιουχικές επενδύσεις. Έργα όπως η κοινοπραξία του Λαυρίου υπογραμμίζουν τη σημασία αυτών των εργαλείων, καθώς αντιμετωπίζουν τα ζητήματα που επιβραδύνουν την πρόοδο της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας – ιδίως στα πυρομαχικά – που η Ευρώπη πρέπει να επιλύσει εάν ενδιαφέρεται σοβαρά για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής της βάσης. Ταυτόχρονα, η στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ είναι ζωτικής σημασίας. Η κοινή αγορά αμυντικού εξοπλισμού, η χρήση κοινών προτύπων και η διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των συστημάτων σε όλες τις χώρες καθιστά την ευρωπαϊκή άμυνα πιο αποτελεσματική και λιγότερο δαπανηρή.
Σήμερα, ο αμυντικός τομέας εξελίσσεται τόσο ως προς τον τρόπο παραγωγής του εξοπλισμού όσο και ως προς τις δυνατότητες που θεωρούνται οι πιο κρίσιμες. Η σύγχρονη παραγωγή βασίζεται ολοένα και περισσότερο στον αυτοματισμό, τα ψηφιακά εργαλεία, τα προηγμένα υλικά και τους αυστηρότερους ποιοτικούς ελέγχους για τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν υπογραμμίσει τη σημασία της διαθεσιμότητας πυρομαχικών, των ισχυρών χερσαίων συστημάτων, της αποτελεσματικής αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας και της ικανότητας αντιμετώπισης μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων.
Όμιλος CSG – Οικονομικά αποτελέσματα 2025: Υπεραπόδοση στα Έσοδα – Υψηλό Ανεκτέλεστο
Στα 6,7 δισ. ευρώ ανήλθαν τα έσοδα του βιομηχανικού και αμυντικού ομίλου Czechoslovak Group (CSG), ιδιοκτησίας του επιχειρηματία και βασικού μετόχου Michal Strnad CSG το 2025, αυξημένα κατά 71,7% σε ετήσια βάση (30.1% pro forma), λόγω της ισχυρής ζήτησης στους Τομείς Αμυντικών Συστημάτων και της ενσωμάτωσης της The Kinetic Group. Το συνολικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο (backlog) έφτασε τα 15 δισ. ευρώ. Το Προσαρμοσμένο Λειτουργικό EBIT αυξήθηκε σε 1,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 60,7% σε ετήσια βάση (31,2% pro forma), με περιθώριο 24,1%. Τα καθαρά κέρδη από συνεχιζόμενες δραστηριότητες αυξήθηκαν σε 872 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 35,5% σε ετήσια βάση.
Η εταιρεία αναμένει ότι η ισχυρή ζήτηση στις βασικές αγορές άμυνας θα συνεχιστεί το 2026, ενισχυόμενη από αυξημένους αμυντικούς προϋπολογισμούς με τα έσοδα να εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν μεταξύ 7,4 δισ. ευρώ και 7,6 δισ. ευρώ, ενώ το λειτουργικό περιθώριο αναμένεται να διατηρηθεί στο εύρος 24–25%. Η CSG εισήχθη στο χρηματιστήριο Euronext Amsterdam τον Ιανουάριο 2026 διαθέτοντας περίπου το 15% των μετοχών της. Η αρχική δημόσια προσφορά συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων στην Ευρώπη και, σύμφωνα με το χρηματιστήριο, αποτελεί τη μεγαλύτερη IPO αμυντικής εταιρείας παγκοσμίως.

